Χριστούγεννα με αντάρτες του ΔΣΕ στην Λέσβο

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010 ·

Παραμονή Χριστούγεννα. Στο φούντωμά του ο Εμφύλιος Πόλεμος. Τα βουνά γιομάτα αντάρτες. Τα σχολειά κλείσανε στη χώρα, για να κάνουμε χριστουγεννιάτικες γιορτές στα χωριά μας. Το λεωφορείο που 'κανε τη διαδρομή από τη Μυτιλήνη για τα χωριά της Λέσβου ξεκίνησε το μεσημέρι. Γεμάτο με ανθρώπους και φορτωμένη η καρότσα με διάφορα τρόφιμα γιορτινά. Παστουρμάδες, λουκάνικα, σαλάμια, ξηροί καρποί, ούζο, τσιγάρα κι άλλα τέτοια.

Περνούσε ένα μεγάλο πευκοδάσος, το γνωστό Τσαμλίκι, με τις κοκκινόχρωμες αραπόπετρες στη μέση, αιωνόβια πεύκα πυκνοφυτεμένα και κάμποσες πηγές με γάργαρο νερό. Μπόλικες αλεπούδες, λαγοί, σκαντζόχοιροι, φίδια, βατράχια, γεράκια, χελώνες, ποντικονυφίτσες, πέρδικες, κοτσύφια, αγριοπετεινοί. Και κάποια αγριομυρωδικά, φλισκούνι, ρίγανη, θυμάρι, δάφνη, κι αγριόφρουτα, κούμαρα, αγριόμουρα στα ρουμάνια, αγριόχλαδα. Ενας αγνός αγριότοπος που γιομίζει και χορταίνει το μάτι σου πράσινο.

Στο λεωφορείο είχαμε και κάποιους καλλίφωνους, που στη διαδρομή τραγουδούσαν οιστρηλατημένοι, για να περάσει η ώρα καθώς αργοταξιδεύαμε:


«Αν με αγαπάς κι αν με πονείς,

έλα να γιάνεις την πληγή,

στην πλάτη μου τη δώσανε,

για σένα με καρφώσανε.

Στα παχουλά χεράκια σου,

βροντούν τα βραχιολάκια σου,

έλα γλυκιά μικρούλα μου,

να γιάνεις την καρδούλα μου».

Σαν έφτασε το λεωφορείο στην καρδιά, στο πευκοδάσος, στα στραβολάγκαδα, που ο δρόμος είναι όλο στροφές, έπεσε πυκνή ομίχλη. Σταμάτησε. Σε λίγο, από τα παράθυρα ξεχωρίζαμε κάποιες σκιές στην ομίχλη, με όπλα στα χέρια και στους ώμους. «Αντάρτες», μεταδόθηκε γρήγορα από στόμα σε στόμα χαμηλόφωνα. Αντάρτες κάνανε μπλόκο. Κανένας δεν μπορούσε να ξέρει τι μας περίμενε. Να πιάσουν ομήρους, να πάρουνε τρόφιμα; Ισως έν' απ' τα δύο, ίσως και τα δύο μαζί. Μας βγάλαν από το λεωφορείο και σταθήκαμε σε μια μεριά, φρουρούμενοι γύρω από μερικούς αντάρτες, ενώ άλλοι σκαρφαλώνανε στην καρότσα και ξεφορτώνανε, κατεβάζανε κασόνια, τσουβάλια, ντενεκέδες, ό,τι υπήρχε κει πάνω.

Στεκόμασταν και ξεροσταλιάζαμε, καθώς στο πευκοδάσος, μέσα στην πυκνή ομίχλη, είχε κι ένα διαβολεμένο μουλιασμένο κρύο που πέρναγε στα κόκαλα, μούδιαζες και πόναγες. Αγωνία τρανή τι θα γίνει, τι θα κάνουνε. Μπουλουκιασμένοι καμιά τριανταριά νομάτοι σε μια μεριά, φανερώθηκε μπροστά μας ένας μουστακαλής βαριά οπλισμένος αντάρτης κι άρχεψε να ρωτά έναν ένα τ' όνομά του, το παράνομα κι από ποιο χωριό είναι. Μέσα στην ομίχλη ξεδιαλύναμε κάπου - κάπου τους αντάρτες να ψάχνουνε τα πράματα που κατεβάσαν από το λεωφορείο και να τα ξεχωρίζουνε σε δυο σωρούς.

Ο αρχιαντάρτης μουστακαλής ξεσκεπάστηκε, ξεφανερώθηκε, πως είναι ο Πασχαλιάς, ο ξακουστός Αγιασώτης παλικαράς στο βουνό, που ήτανε σπουδαίος μπουρλοτιέρης, γεμιτζής, έβαζε φουρνέλα και ξετίναζε στα λατομεία βραχόβουνα ολάκερα. Χαιρόμουνα που έβλεπα κατάφατσα τον αρχιαντάρτη Πασχαλιά αρματωμένο στο βουνό, σπάνιο αν όχι αδύνατο για μας που μέναμε και ζούσαμε στη χώρα και στα χωρά.

- Πώς σε λένε, από πού είσαι;

- Βασίλη Τραμουντάνα, αετόπουλο στην ΕΠΟΝ, από τα Ορφήκια.

- Γνωστό το παράνομά σου. Ο πατέρας σου τι δουλιά κάνει;

- Ψαράς και ψάλτης.

- Ψαράς και ψάλτης, μ' αυτόνε τον παπαρουφιάνο τον τραγοκαρδάρα. Σα να τόνε ξέρω. Είναι κι αυτός σπιούνος σαν τον παπαρουφιάνο τραγοκαρδάρα;

- Σπιούνος ο πατέρας μου: Τις λες καπετάνιε; Γιατί να με στείλει αετόπουλο στην ΕΠΟΝ; Σπιουνιές δεν κάνει ο πατέρας μου.

- Βρε τόνε ξέρω καλά του πατέρα σου τον Τραμουντάνα, σε πειράζω... Γλεντάγαμε μαζί. Παίρναμε τα παιχνίδια, σαντούρια, βιολιά, νταούλια, ξεκινάγαμε παραμονή Χριστούγεννα τα γλέντια κι αποτελειώναμε στον Αη Γιάννη, Πρωτοχρονιά, Φώτα, αράδα. Γυρνάγαμε όλο το χωριό, από σπίτι σε σπίτι, γλέντια να δούνε τα μάτια σου, ούτε ο διάβολος δε μας έπιανε. Καθώς αγκρίζαμε με τις κοπελιές, αμολάγαμε και τους δυναμίτες στη μεσοχωριά και μπουμπούναγε ολάκερο το χωριό. Και σαν αετόπουλο τι κάνεις;

- Να, μου γεμίζουν οι γυναίκες καστάνιες με φαγιά, τα φορτώνουμε σ' ένα ταγάρι στην πλάτη, και τα παγαίνω στους αντάρτες, στο βουνό.

- Ποιον αντάρτη γνωρίζεις;

- Το λεβέντη Καρακώστα από την Ερεσό, το μαρμαροπελεκάνο που 'φτιαξε τη μαρμαρένια βρύση στη μεσοχωριά, στο χωριό και πίνουμε νερό γάργαρο. «Υδωρ μεν άριστον», σμίλεψε πάνω στο μάρμαρο.

Οι αντάρτες ξεχωρίσαν ό,τι θέλανε, τρόφιμα, ούζο, τσιγάρα κι απαντέχανε διαταγές από τον καπετάνιο. Ο Πασχαλιάς μάζεψε καμιά δεκαριά παλικαράκια από το λεωφορείο και τα φόρτωσε τσουβάλια, κασόνια, ντενεκέδες, αυτά που κατέβασαν οι αντάρτες από την καρότσα. Τους άλλους τους άφησε λεύτερους να κάνουν ό,τι θέλανε και τους ευχήθηκε «καλά Χριστούγεννα». Μπήκανε στο λεωφορείο, καταλαγιάσανε, κι απαντέχανε να σπάσει η ομίχλη, αυτή η αναθεματισμένη αντάρα, για να μπορέσουνε να φύγουν, όμως χωρίς τα παλικαράκια. Και δεν τολμούσανε να ρωτήσουνε τον Πασχαλιά, τι να κάνουνε. Ν' απαντέχανε ή να φεύγανε; Αυτός δεν τους είπε τίποτα.

Φορτωμένοι τα πράγματα, κι οι αντάρτες μπροστά και πίσω μας, τραβήξαμε στο πυκνό πευκοδάσος, καθώς ο ένας ακλουθούσε πολύ κοντά τον άλλονε, για να μη χαθούμε μέσα στην αντάρα. Οι αντάρτες ξέρανε πολύ καλά το Τσαμλίκι, τα περάσματά του, κι είχανε και κάποια σημάδια, ένα βράχο, κάποιο οχύρωμα, μια πηγή, ένα ξερκιασμένο πεύκο. Περπατήσαμε ίσαμε δύο ώρες στο πευκοδάσος, είναι τόσο πυκνοφυτεμένο, δε βλέπαμε ουρανό, παρά μόνο τη γη που πατούσαμε. Περάσαμε από μια στάνη κι οι αντάρτες πήρανε πέντε αρνιά.

Φτάσαμε σ' ένα χαμηλοτάβανο πετροκάλυβο, κεραμιδοσκεπασμένο, μαντρί για γιδοπρόβατα. Ξεφορτωθήκαμε τα πράματα κι απαντέχαμε διαταγή από τον καπετάνιο, τι θα κάναμε.

- Είσαστε λεύτεροι να φύγετε, είπε, εξόν κι αν θέλετε να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα.

Να φύγουμε, από πού να πάμε; Από τη μια η ομίχλη κι από την άλλη το πυκνοφυτεμένο πευκοδάσος. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα, παρά να μείνουμε στο βουνό, εκεί στο μαντρί με τους αντάρτες.

Σφάξανε τ' αρνιά, τα γδάρανε, ανάψανε φωτιά, τα περάσανε σε χοντρά πευκοκλώναρα και τα ψήσανε. Σε μια καρδάρα που αρμέγουν οι βοσκοί το γάλα, βράσανε πατάτες που βρήκανε σε τσουβάλια στο λεωφορείο. Ψήσανε λουκάνικα, κάψανε παστουρμά, βγάλαν ούζο από το ντενεκέ και τ' απλώσανε σε πευκοκλώναρα, με μπόλικα πευκατζίγγανα που στρώσανε χάμω. Καμιά σαρανταριά οι αντάρτες και δέκα τα παλικαράκια από το λεωφορείο, πενήντα νομάτοι. Δίπλα υπήρχε πηγή, όπου σε ποτίστρες ποτίζανε τα γιδοπρόβατα.

Είχε νυχτώσει για καλά, σαν άρχισε το χριστουγεννιάτικο γλεντοκόπι στο βουνό με τους αντάρτες. Αρχίσανε να μεζεδιάζουνε με λουκάνικα, παστουρμά, πατάτες βραστές και να πίνουν ούζο από τέσσερα κονσερβοκούτια, που κάνανε γύρα από αντάρτη σε αντάρτη. Πίναμε κι εμείς, όσοι μπορούσαμε να πιούμε ούζο. Δεν άργησε να φουντώσει το γλέντι, φτάνανε και τα πρώτα κοψίδια από τα σουβλισμένα αρνιά. Βγάζει από τον κόρφο του ο αντάρτης Αχλιόπτας το σουραύλι του κι άρχισε να παίζει διάφορους σκοπούς από γνωστά τραγούδια. Και τραγουδήσαμε:

«Βαγγελιώ κυρά Βαγγελιώ,

ένα νερό κυρά Βαγγελιώ,

ένα νερό κρύο νερό,

ωχ και πούθε κατεβαίνει,

Βαγγελιώ μου παινεμένη».

«Αντιλαλούνε τα βουνά,

σαν κλαίω εγώ τα δειλινά».

«Μια μάνα αναστενάζει,

το γιο της περιμένει απ' το βουνό».

«Πότε θα κάνει ξαστεριά»,

και πολλά άλλα. Ητανε κι ο Στραβογιάνναρος, στραβός απ' το 'να μάτι του, νεκροθάφτης στον Αβόλαδο, που ήξερε κάποια τροπάρια κι έψαλλε: «Η γέννησίς σου, Χριστέ ο θεός ημών», «Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει». Ως τα ξημερώματα είχε φουντώσει το χριστουγεννιάτικο γλεντοκόπι στο βουνό με τους αντάρτες.

Η ομίχλη άρχισε να σπάει και να ροδίζει ο χειμωνιάτικος ήλιος πίσω από τις βουνοκορφές. Ο αποσπερίτης, τ' αστέρι στη Βηθλεέμ, είχε πέσει πάνω από το πετροκάλυβο, στα κεφάλια μας. «Ρε σεις, αδέρφια, θα μας πείτε τα κάλαντα;» Και τα 'παμε:

«Κυρά θεοτόκο εκοιλοπόνα,

εκοιλοπόνα και παρακάλιε:

- Βοηθήστε με αυτή την ώρα,

τη βλοημένη και δοξασμένη,

μαμή να πάτε, μαμή να φέρτε!

Ωστε να πάσι και να γυρίσουν,

Χριστός γεννήθη,

σαν νιο φεγγάρι,

σαν παλικάρι».

Και μας τράταρε ο Πασχαλιάς αγιασώτικα κάστανα από το καστανόδασος, που τραγουδήσαμε τα κάλαντα.

Οι αντάρτες μένανε στο βουνό. Εμείς θα 'πρεπε κάποτε να φύγουμε. Σα ξημέρωσε κι έφεξε καλά η μέρα, ο Πασχαλιάς μας ορμήνεψε πώς θα βγαίναμε από το πευκοδάσος, για να φτάσουμε στο δρόμο ή σε κάποιο χωριό. Τραβήξαμε όλο ζερβά από τα στραβολάγκαδα και κάποτε φτάσαμε σ' ένα ξέφωτο, όπου τα πεύκα είχανε καεί από φωτιά. Είδαμε μπροστά μας τηλεγραφόξυλα κι ακλουθήσαμε τα σύρματα, όπου έπεφτε ο αποσπερίτης, στο χωριό που το λέγανε Βηθλεέμ.

Απ' όλους που μάζεψε από το λεωφορείο ο Πασχαλιάς, κράτησε μόνο έναν όμηρο, που ο πατέρας του ήτανε ξακουστό φασιστόμουτρο. Σαν, ύστερ' από μήνες τόνε ξαμόλησε και τόνε λευτέρωσε, μπάρκαρε κι έφτασε στην Αυστράλια και δεν ξαναγύρισε. Και τ' όνομά του ήταν Χρήστος.


Του Βασίλη ΠΛΑΤΑΝΟΥ

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ

Η Αγία Παρασκευή βρίσκεται στο κέντρο περίπου της Λέσβου, έχοντας το πλεονέκτημα ενός ικανοποιητικού οδικού δικτύου. Αυτό απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από τρεις δρόμους. Ο ένας από αυτούς, ο κύριος, είναι παρακλάδι της Εθνικής Οδού Μυτιλήνης-Σιγρίου. Ο δεύτερος είναι παρακλάδι του δρόμου Καλλονής-Πέτρας, και ο τρίτος του δρόμου Μυτιλήνης-Μανταμάδου. Απέχει τέσσερα χιλιόμετρα από την πλησιέστερη ακτή, τον Κόλπο Καλλονής.

Το χωριό είναι χτισμένο σε λεκανοπέδιο, που περιβάλλεται από χαμηλά βουνά φυτεμένα με ελιές, και μικρούς γυμνούς λόφους. Το σύνολο σχεδόν του οικισμού αποτελείται από αγροτικά και αστικά σπίτια χτισμένα με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Λέσβου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το κτήριο των Εκπαιδευτηρίων, το Δημαρχείο και η Εκκλησία. Στην είσοδο του χωριού υπάρχουν παλιά βιομηχανικά κτήρια, κυρίως ελαιοτριβεία. Ένα από αυτά έχει αναπαλαιωθεί και στεγάζει πρότυπο βιομηχανικό μουσείο, το Μουσείο της Ελιάς.

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΜΑΣ

Το πανηγύρι του Ταύρου

Το πανηγύρι του Ταύρου είναι το σημαντικότερο λαϊκό δρώμενο της κοινότητας Αγίας Παρασκευής Λέσβου και συνδυάζει ποικιλία εκδηλώσεων που διαπλέκονται γύρω από το τελετουργικό της ταυροθυσίας. Το πανάρχαιο αυτό έθιμο αναβίωσε στις αρχές του περασμένου αιώνα και καθιερώθηκε σαν ευλαβική προσφορά μνήμης στον Άγιο Χαράλαμπο, τον προστάτη του Ισναφιού (συντεχνία) των Ζευγάδων.

Το Ισνάφι, που ιδρύθηκε το 1774 γι αν προασπίσει τα συμφέροντα των αγροτών της κοινότητας που περισσότεροι ήταν ζευγάδες, υπήρξε το πρώτο σωματείο στην Αγία Παρασκευή. Όπως αναφέρει η λαϊκή παράδοση, το πανηγύρι τιμά τον Άγιο που στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας έσωσε έναν Αγιοπαρασκευώτη ζευγά, τον Μαλομύτη, που είχε χάσει το ταυρί του στη περιοχή του ξωκλησιού του Αγίου, από τα χέρια του τούρκου λήσταρχου της περιοχής.
Το πανηγύρι καθιερώθηκε να γίνεται χωρίς διακοπή από το Ισνάφι και τα έσοδα του να διατίθενται για το κοινό όφελος των κατοίκων.

Μαζί με τη προσφορά θυσίας του ταύρου (κουρμπάνι) και την λειτουργία στο ξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους διεξάγονται ιππικοί αγώνες, και μοιράζεται το κεσκέτσι, το κρέας του ταύρου που βράζει με κρεμμύδια και στάρι σε μεγάλα καζάνι κατά τη διάρκεια της νύχτας, έξω απ’ το ξωκλήσι.

Στις πολυήμερες εκδηλώσεις που γίνονται από Παρασκευή έως και Δευτέρα, στα μέσα Ιουνίου συνήθως, σημαντική θέση κατέχουν οι χοροί και τα τραγούδια καθώς και οι λαϊκές κομπανίες που παίζουν Λεσβιακούς Αγιοπαρασκευώτικους και Μικρασιατικούς σκοπούς.

Το πανηγύρι του Ταύρου που συμπίπτει χρονικά με το μέστωμα της Άνοιξης και την προετοιμασία των αγροτικών εργασιών του θερισμού είναι από τα πιο ενδιαφέροντα τεκμήρια επιβίωσης παγανιστικών λατρευτικών εθίμων και του συνδυασμού τους με τις χριστιανικές λαϊκές παραδόσεις.
Το πανηγύρι του Ταύρου είναι στενά συνυφασμένο με την ζωή και την ιστορία των κατοίκων της Αγίας Παρασκευής.
Αποτελεί το σημαντικότερο κοινωνικό γεγονός του χωριού και είναι αφορμή συνάντησης και επιστροφής στην πατρίδα των απανταχού Αγιοπαρασκευωτών.

Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ F/B

ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ

Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς;
Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ' όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι' αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.

Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.

Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιατους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ; ...

...Αυτοί που πούλησαν τις γυναίκες και τις αδελφές στον κατακτητή, για να κάνουν τα νταραβέρια μαζί του, και μας σκλάβωσαν διπλά, αυτοί πάνε τώρα να μας πείσουν ότι είναι οι κέρβεροι της τιμής και της ηθικής! Μ' αυτά τα μέσα προσπαθούν να εξαπατήσουν το λαό για να συνεχίσουν το ξεζούμισμα και την εκμετάλλευσή του. Και πολλές φορές το καταφέρνουν αυτό και μας πείθουν μάλιστα ότι έτσι είναι όπως τα λένε»...

-Από τον ιστορικό λόγο του Αρη Βελουχιώτη στην Λαμία

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Α.Ο ΔΙΑΓΟΡΑΣ

Α.Ο ΔΙΑΓΟΡΑΣ

ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ ΜΟΥ